Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

Ψυχολογική επανάσταση μέρος Β' ...

Η ολοκληρωμένη ζωή και δράση είναι εκπαίδευση. Η ολοκλήρωση δεν επέρχεται με την προσαρμογή σ’ ένα πρότυπο, είτε δικό σου είτε ενός άλλου. Γεννιέται με την κατανόηση των πολλών επιρροών που αποτυπώνονται στον νού, γεννιέται με το να έχει κανείς επίγνωση αυτών των επιρροών χωρίς να είναι πιασμένος από αυτές. Οι γονείς και η κοινωνία διαμορφώνουν το παιδί με την υποβολή, με πονηρές, ανέκφραστες επιθυμίες και εξαναγκασμούς, και με τη συνεχή επανάληψη ορισμένων δογμάτων και δοξασιών. Το να βοηθηθεί το παιδί να έχει επίγνωση όλων αυτών των επιρροών, με την εσωτερική, ψυχολογική σημασία τους, το να βοηθηθεί να κατανοήσει τον τρόπο που δρά η αυθεντία και το να μην πιαστεί στο δίχτυ της κοινωνίας, είναι εκπαίδευση.

Η εκπαίδευση δεν είναι απλώς ζήτημα μετάδοσης μιάς τεχνικής που θα δώσει την δυνατότητα στο παιδί να βρεί δουλειά, αλλά να το βοηθήσουμε ν’ αποκαλύψει τι πραγματικά αγαπά να κάνει. Αυτή η αγάπη δεν μπορεί να υπάρχει αν επιδιώκει επιτυχία, φήμη ή δύναμη, και το να βοηθήσουμε το παιδί να κατανοήσει, αυτό είναι εκπαίδευση.

Η αυτογνωσία είναι εκπαίδευση. Στην εκπαίδευση δεν υπάρχει ούτε δάσκαλος ούτε διδασκόμενος, υπάρχει μόνον μάθηση. Ο εκπαιδευτής μαθαίνει, όπως κι ο μαθητής. Η ελευθερία δεν έχει αρχή ούτε και τέλος, η κατανόηση, αυτή είναι εκπαίδευση.

«Νομίζω ότι καταλαβαίνω, σε γενικές γραμμές, τι εννοείτε με την εκπαίδευση. Αλλά που είναι οι άνθρωποι που θα διδάξουν με αυτόν τον καινούριο τρόπο; Τέτοιοι εκπαιδευτές απλώς δεν υπάρχουν».

Πόσα χρόνια είπατε πως ασχοληθήκατε με την πολιτική;

«Περισσότερα απ’ όσο θα ήθελα να θυμάμαι. Φοβούμαι ότι ήταν περισσότερα από είκοσι».

Ασφαλώς, για να εκπαιδεύσει κανείς έναν εκπαιδευτή, θα πρέπει να δουλέψει τόσο σκληρά, όσο δουλέψατε εσείς στην πολιτική – μόνο που είναι ένα πιο εντατικό έργο το οποίο απαιτεί βαθιά ψυχολογική αντίληψη. Δυστυχώς, κανείς δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για την σωστή εκπαίδευση, όμως είναι κατά πολύ πιο σημαντική, παρά οποιοδήποτε άλλο μεμονωμένο παράγοντα για την επίτευξη μιάς ριζικής κοινωνικής μεταρρύθμισης.

«Οι περισσότεροι από εμάς, ιδιαίτερα οι πολιτικοί, ενδιαφέρονται τόσο πολύ για άμεσα αποτελέσματα, που σκεφτόμαστε μόνο βραχυπρόθεσμα, και δεν έχουμε μια μακροπρόθεσμη άποψη των πραγμάτων».

«Τώρα, μπορώ να κάνω ακόμη μια ερώτηση; Σε όλα αυτά που συζητήσαμε, ποιος είναι ο ρόλος της κληρονομιάς;».

Τι εννοείτε κληρονομιά; Αναφέρεστε στην κληρονομιά της περιουσίας, ή στην ψυχολογική κληρονομιά;

«Είχα υπόψη μου την κληρονομιά της περιουσίας. Για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν σκέφτηκα για την άλλη».

Η ψυχολογική κληρονομιά δημιουργεί τόση εξάρτηση όση και η κληρονομιά της περιουσίας. Και οι δυό περιορίζουν και κρατούν το νού σ’ ένα ιδιαίτερο πρότυπο κοινωνίας, το οποίο εμποδίζει μια ριζική μεταμόρφωση της κοινωνίας. Εάν το ενδιαφέρον μας είναι να δημιουργήσουμε ένα εξ ολοκλήρου διαφορετικό πνευματικό πολιτισμό, ένα πολιτισμό που να μην βασίζεται στην φιλοδοξία και στην κτητικότητα, τότε η ψυχολογική κληρονομιά γίνεται εμπόδιο.

«Τι ακριβώς εννοείτε με την ψυχολογική κληρονομιά;».

Η αποτύπωση του παρελθόντος στον νέο νού. Η συνειδητή και ασυνείδητη διάπλαση του μαθητή να υπακούει, να εξομοιώνεται. Οι κομμουνιστές το κάνουν αυτό τώρα πολύ αποτελεσματικά, όπως το κάνουν, επί γενιές οι Καθολικοί. Και άλλα δόγματα το κάνουν, αλλά όχι τόσο επίμονα ή αποτελεσματικά. Γονείς και κοινωνία διαμορφώνουν τον νού των παιδιών με την παράδοση, την πίστη, το δόγμα, το συμπέρασμα, τη γνώμη, και αυτή η ψυχολογική κληρονομιά εμποδίζει να γεννηθεί μια νέα κοινωνική διάρθρωση.

«Το καταλαβαίνω αυτό. Αλλά το να σταματήσεις αυτήν τη μορφή κληρονομιάς, είναι σχεδόν αδύνατο, δεν είναι;».

Αν πραγματικά βλέπετε την ανάγκη να σταματήσετε αυτή τη μορφή κληρονομιάς, τότε δε θα δώσετε τεράστια προσοχή για να προσφέρετε το σωστό είδος εκπαίδευσης στο παιδί σας;

«Και πάλι, οι περισσότεροι από εμάς είμαστε τόσο βυθισμένοι στις προκαταλήψεις και στους φόβους μας, ώστε δεν εμβαθύνουμε και πάρα πολύ σ’ αυτά τα ζητήματα, αν εμβαθύνουμε και καθόλου. Είμαστε μια γενιά διπρόσωπων λογοκλόπων. Η κληρονομιά της περιουσίας είναι ένα άλλο δύσκολο πρόβλημα. Όλοι μας θέλουμε να κατέχουμε κάτι, ένα κομμάτι γης, οσοδήποτε μικρό, ή ένα άλλο ανθρώπινο όν. Και αν όχι αυτά, τότε θέλουμε να κατέχουμε ιδεολογίες ή πίστεις. Είμαστε αδιόρθωτοι στην αναζήτηση αποκτήματος».

Αλλά όταν καταλάβετε πολύ βαθιά ότι η κληρονομιά της περιουσίας είναι τόσο καταστρεπτική όσο και η ψυχολογική κληρονομιά, τότε θα θελήσετε να βοηθήσετε τα παιδιά σας να είναι ελεύθερα και από τις δυό μορφές κληρονομιάς. Θα τα εκπαιδεύσετε να είναι εντελώς αυτάρκη, να μην εξαρτώνται από την εύνοια, τη δική σας ή των άλλων, ν’ αγαπούν τη δουλειά τους, και να έχουν εμπιστοσύνη στην ικανότητά τους να εργαστούν χωρίς φιλοδοξία, χωρίς να λατρεύουν την επιτυχία. Θα το διδάξετε να έχουν το αίσθημα της συνεργατικής ευθύνης, και επομένως να ξέρουν πότε να μην συνεργάζονται. Τότε δεν θα υπάρχει ανάγκη τα παιδιά σας να κληρονομούν την περιουσία σας. Είναι ελεύθεροι άνθρωποι από την αρχή, και όχι σκλάβοι, είτε της οικογένειας είτε της κοινωνίας.

«Φοβούμαι πως αυτό είναι ένα ιδανικό που ποτέ δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί».


Δεν είναι ένα ιδανικό, δεν είναι κάτι που θα γίνει στην ανύπαρκτη χώρα μιάς πολύ μακρινής ουτοπίας. Η κατανόηση είναι στο τώρα, όχι στο μέλλον. Κατανόηση είναι δράση. Δεν έρχεται πρώτα η κατανόηση και ύστερα η δράση – δράση και κατανόηση είναι αδιαχώριστα. Ακριβώς την στιγμή που βλέπει κανείς μια κόμπρα, υπάρχει δράση. Εάν κανείς βλέπει την αλήθεια σε αυτά που συζητήσαμε, τότε η δράση ενυπάρχει σ’ αυτήν την αντίληψη. Αλλά είμαστε τόσο πιασμένοι στις λέξεις, στα διεγερτικά πράγματα της διάνοιας, που οι λέξεις και η διάνοια γίνονται ένα εμπόδιο στη δράση. Η αποκαλούμενη διανοητική κατανόηση είναι το άκουσμα μονάχα των λεκτικών εξηγήσεων ή άκουσμα ιδεών, και μια τέτοια κατανόηση δεν έχει καμιά σημασία, όπως η περιγραφή και μόνον του φαγητού δεν έχει αξία για τον πεινασμένο. Ή κατανοείτε ή δεν κατανοείτε. Η κατανόηση είναι μια ενιαία πορεία, δεν είναι χωριστή από την δράση, ούτε είναι το αποτέλεσμα του χρόνου …

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2016

Ψυχολογική επανάσταση;

Λοιπόν, ποια είναι η πιο βασική ανάγκη του ανθρώπου;

«Τροφή, ιματισμός και στέγη. Αλλά η επίτευξη μιάς δίκαιης κατανομής των βασικών αυτών αναγκών γίνεται πρόβλημα, διότι ο άνθρωπος είναι από την φύση του άπληστος και ιδιοτελής».

Θέλετε να πείτε ότι η κοινωνία τον ενθαρρύνει και τον εκπαιδεύει να είναι αυτό που είναι; Λοιπόν, ένα διαφορετικό είδος κοινωνίας, με την νομοθεσία και άλλες μορφές εξαναγκασμού, μπορεί να καταφέρει να τον εξαναγκάσει να μην είναι άπληστος και ιδιοτελής; Αυτό όμως, γεννάει μόνο μιάν αντίθετη αντίδραση, και έτσι υπάρχει η σύγκρουση ανάμεσα στο άτομο και το ιδεώδες που καθιερώνει το κράτος ή μία ισχυρή θρησκευτικο – πολιτική ομάδα. Για να γίνει η δίκαιη κατανομή της τροφής, του ιματισμού και της στέγης, χρειάζεται μια τελείως διαφορετικού είδους κοινωνία, έτσι δεν είναι; Οι χωριστές εθνότητες και οι κυβερνήσεις τους, τα μπλόκ των δυνάμεων και τα συγκρουόμενα οικονομικά συστήματα, καθώς και το ταξικό σύστημα και οι οργανωμένες θρησκείες – το καθένα από αυτά διακηρύσσει ότι ο δρόμος τους είναι ο μόνος σωστός. Όλ’ αυτά πρέπει να πάψουν να υπάρχουν, που σημαίνει ότι ολόκληρη η στάση απέναντι στην ζωή που στηρίζεται στην ιεραρχία, στην αυθεντία, πρέπει να σβήσει.

«Βλέπω ότι αυτή είναι η μόνη πραγματική επανάσταση».

Είναι μία πλήρης ψυχολογική επανάσταση και μια τέτοια επανάσταση είναι απαραίτητη αν θέλουν οι άνθρωποι σ’ ολόκληρο τον κόσμο να μην στερούνται τις βασικές φυσικές ανάγκες. Η γη είναι δική μας, δεν είναι αγγλική, ρωσική, αμερικάνικη ή ελληνική, ούτε ανήκει σ’ οποιαδήποτε ιδεολογική ομάδα. Είμαστε ανθρώπινα όντα, όχι Βουδιστές, Χριστιανοί, Μωαμεθανοί. Όλες αυτές οι διαιρέσεις πρέπει να σβήσουν, συμπεριλαμβανομένων και των πιο πρόσφατων, όπως του κομμουνισμού, αν θέλουμε να επιφέρουμε μια ολοκληρωτικά διαφορετική οικονομικο – κοινωνική δομή. Αυτό πρέπει ν’ αρχίσει από εσάς κι από μένα.

«Μπορώ να δράσω πολιτικά για να βοηθήσω την πραγματοποίηση μιάς τέτοιας επανάστασης;»

Αν επιτρέπετε, τι εννοείτε με την πολιτική δράση; Είναι η πολιτική δράση ότι και αν σημαίνει αυτή, χωριστή από την ενιαία δράση του ανθρώπου, ή αποτελεί μέρος της;

«Λέγοντας πολιτική δράση, εννοώ δράση στο κυβερνητικό επίπεδο: νομοθετική, οικονομική, διοικητική, και τα λοιπά.»

Ασφαλώς, εάν η πολιτική δράση είναι χωριστή από την ενιαία δράση του ανθρώπου, αν δεν λαμβάνει υπόψη ολόκληρο το είναι του, την ψυχολογική όσο και την φυσική του κατάσταση, τότε είναι βλαβερή και φέρνει ακόμα περισσότερη σύγχυση και αθλιότητα. Και αυτό είναι ακριβώς εκείνο που συμβαίνει στον κόσμο τώρα. Δεν μπορεί ο άνθρωπος, με όλα τα προβλήματα, να δράσει σαν ένα ενιαίο ανθρώπινο όν, και όχι σαν πολιτική οντότητα, αποκομμένη από την από την ψυχολογική ή πνευματική κατάστασή του; Οποιαδήποτε δράση που δεν είναι ολοκληρωτική, ενιαία, αναπόφευκτα οδηγεί στον πόνο. Υπάρχει μόνον ανθρώπινη δράση, όχι πολιτική δράση, θρησκευτική φράση, ή Ινδική δράση. Η δράση που είναι χωριστική, τμηματική, πάντοτε οδηγεί σε σύγκρουση τόσο μέσα όσο και έξω.

«Αυτό σημαίνει, ότι δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική δράση, αυτό δεν σημαίνει;»

Καθόλου. Η κατανόηση της ενιαίας δράσης ασφαλώς δεν εμποδίζει την πολιτική, εκπαιδευτική ή θρησκευτική δράση. Αυτές δεν είναι χωριστές δράσεις, είναι όλες τους μέρος μιας ενιαίας πορείας που θα εκφράσει τον εαυτό της προς διάφορες κατευθύνσεις. Εκείνο που είναι σημαντικό είναι αυτή η ενιαία πορεία, και όχι μια χωριστή πολιτική δράση, οσοδήποτε φαινομενικά ευεργετική.

«Νομίζω ότι καταλαβαίνω τι εννοείτε. Αν έχω αυτήν την ολική κατανόηση του ανθρώπου, ή του εαυτού μου, η προσοχή μου μπορεί να είναι στραμμένη σε διάφορες κατευθύνσεις, ανάλογα με τις ανάγκες, αλλά όλες μου οι δράσεις θα βρίσκονται σε άμεση σχέση με το σύνολο».

Η δράση που είναι χωριστική, κατατετμημένη, δεν μπορεί παρά να επιφέρει χαώδη αποτελέσματα, πράγμα που αρχίζω να το αντιλαμβάνομαι. Βλέποντας όλ’ αυτά όχι σαν πολιτικός, αλλά σαν άνθρωπος, η σκοπιά μου στην ζωή αλλάζει τελείως. Δεν ανήκω πλέον σε καμιά χώρα, σε κανένα κόμμα, σε καμιά ιδιαίτερη θρησκεία. Χρειάζομαι να γνωρίσω τον Θεό, όπως χρειάζομαι τροφή, ιματισμό, και στέγη. Αλλά αν αναζητήσω το ένα ξεχωριστά από το άλλο, η έρευνα μου θα οδηγήσει σε ποικίλες μορφές συμφοράς και σύγχυσης. Ναι, το βλέπω πως έτσι είναι. Η πολιτική, η θρησκεία και η εκπαίδευση σχετίζονται πολύ στενά η μία με την άλλη.   


Συνεχίζεται …

Σάββατο 16 Απριλίου 2016

Σχέσεις ...

Ζούμε μέσα από σχέσεις. Μπορείς να ζείς στον Όλυμπο, ή σε κάποιο μοναστήρι ή μόνος σου μέσα σε μια μικρή καλύβα ή σε ένα παλάτι, αλλά δεν μπορείς να ζείς χωρίς να έχεις σχέσεις με άλλους ανθρώπους. Η σχέση σημαίνει ότι «έχεις σχέση με …», ότι «βρίσκεσαι σε επαφή με …», όχι μόνο σωματικά ή σεξουαλικά, αλλά ότι βρίσκεσαι σε πλήρη επαφή με έναν άλλο. Αλλά δεν έχουμε ποτέ πλήρη σχέση με έναν άλλο. Ακόμα και στην πιο στενή σχέση – του άντρα με την γυναίκα – καθένας τους κυνηγάει την δική του ιδιαίτερη επιθυμία ή φιλοδοξία, την προσωπική του εκπλήρωση και τον δικό του τρόπο ζωής, που είναι αντίθετος με του άλλου, όντας έτσι σαν δυό παράλληλες γραμμές που δεν συναντιούνται ποτέ. Σ’ αυτή την σχέση υπάρχει πάντα σύγκρουση.

Και τι δημιουργεί σύγκρουση ανάμεσα σε δυό ανθρώπινα πλάσματα; Στη σχέση σας με την γυναίκα σας, με τον άντρα σας, με τα παιδιά σας – που είναι οι πιο στενές σχέσεις – τι είναι εκείνο που δημιουργεί σύγκρουση; Δεν είναι αλήθεια ότι έχετε μια εικόνα για την γυναίκα σας και εκείνη έχει μια εικόνα για σας; Αυτή η εικόνα έχει χτιστεί πολύ - πολύ προσεκτικά σε μικρή περίοδο ή σε πολύ μεγάλη περίοδο. Αυτή η σταθερή καταγραφή του εγκεφάλου στη σχέση με έναν άλλο είναι και η εικόνα που έχετε δημιουργήσει για την γυναίκα σας ή για τον άντρα σας. Και αυτή η εικόνα διαιρεί. Και κυρίως όταν ζείς στο ίδιο σπίτι με το άλλο πρόσωπο – όπως στον γάμο, όπου υπάρχει όλη η αναταραχή και προσπαθείς να ξεφύγεις απ’ αυτή κάνοντας διάφορα, όπως πηγαίνοντας σε μοναστήρι, σε κάποια οργάνωση κτλ.. Αλλά ότι κι αν κάνεις, όπου κι αν πάς, εξακολουθείς να έχεις τα προσωπικά σου προβλήματα, τις επιθυμίες σου, τους στόχους σου, που και πάλι γυρνάνε σε σύγκρουση.

Μπορείτε λοιπόν, να ζείτε χωρίς να έχετε την παραμικρή εικόνα για τον άλλο; Καμία απολύτως εικόνα; Το έχετε ποτέ δοκιμάσει; Δείτε την λογική του, την ορθότητά του. Όσο συνεχίζεται ο μηχανισμός κατασκευής εικόνων, καταγράφοντας την προσβολή ή την κολακεία, δημιουργεί εικόνες για τους άλλους και αυτές οι εικόνες είναι παράγοντας διαίρεσης. Είναι δυνατό λοιπόν, να ζείτε χωρίς να έχετε την παραμικρή εικόνα; Τότε θα ανακαλύψετε τι σημαίνει αληθινή σχέση, γιατί τότε δεν θα υπάρχει καμία σύγκρουση στη σχέση. Και αυτό είναι απολύτως αναγκαίο για να κατανοήσει κανείς τα όρια της σκέψης κι έτσι να ερευνήσει σε βάθος έναν τρόπο ζωής που είναι εντελώς «ακομμάτιαστος».

Ένας άλλος παράγοντας στη ζωή μας είναι ότι από την παιδική μας ηλικία είμαστε εκπαιδευμένοι να έχουμε προβλήματα. Όταν μας στέλνουν στο σχολείο πρέπει να μάθουμε πως να γράφουμε, πως να διαβάζουμε και όλα τα υπόλοιπα. Το γράψιμο γίνεται πρόβλημα για το μικρό παιδί. Ύστερα γίνονται πρόβλημα τα μαθηματικά, η ιστορία γίνεται πρόβλημα, όπως και η χημεία. Έτσι το παιδί εκπαιδεύεται από μικρή ηλικία να ζεί με προβλήματα – το πρόβλημα του Θεού, το πρόβλημα δεκάδων πραγμάτων. Ο εγκέφαλός μας λοιπόν, είναι διαμορφωμένος, εκπαιδευμένος, διαπαιδαγωγημένος μέσα στα προβλήματα. Και τι συμβαίνει σε έναν εγκέφαλο που είναι διαπαιδαγωγημένος μέσα στα προβλήματα; Δεν μπορεί ποτέ να λύνει προβλήματα. Όταν ένας εγκέφαλος είναι εκπαιδευμένος να έχει προβλήματα και να ζεί με προβλήματα, με την λύση ακριβώς ενός προβλήματος, δημιουργεί περισσότερα προβλήματα. Από την παιδική ηλικία είμαστε εκπαιδευμένοι να ζούμε με προβλήματα κι έτσι, όντας μέσα στα προβλήματα, δεν μπορούμε ποτέ να λύσουμε τελείως ένα πρόβλημα. Μόνο ένας ελεύθερος εγκέφαλος, που δεν είναι διαμορφωμένος να ζεί με προβλήματα, μπορεί να λύσει προβλήματα. Είναι ένα από τα μόνιμα εμπόδια μας το να έχουμε προβλήματα όλη την ώρα. Οπότε ο εγκέφαλος μας δεν είναι ποτέ ήσυχος, δεν είναι ελεύθερος να παρατηρεί, να κοιτάζει.

Είναι δυνατόν να αντιμετωπίζεις προβλήματα, αλλά να μην έχεις το παραμικρό πρόβλημα. Γιατί για να κατανοήσεις τα προβλήματα και να τα λύσεις ολοκληρωτικά, το μυαλό, ο εγκέφαλος πρέπει να είναι ελεύθερος. Δείτε την λογική του πράγματος, επειδή η λογική είναι αναγκαία, το «γιατί» είναι αναγκαίο, και μόνο τότε μπορείς να πάς πέρα από το «γιατί», πέρα από την λογική. Αλλά αν δεν είσαι λογικός στο κάθε βήμα, τότε μπορεί να εξαπατήσεις τον εαυτό σου και να καταλήξεις σε κάποιο είδος ψευδαίσθησης. Για να βρείς λοιπόν, έναν τρόπο ζωής όπου θα μπορείς να αντιμετωπίζεις προβλήματα, να τα λύνεις και να μην παγιδεύεσαι μέσα σ’ αυτά, χρειάζεται πολύ μεγάλη παρατηρητικότητα, προσοχή και επίγνωση για να φροντίζεις να μην εξαπατάς τον εαυτό σου ούτε ένα δευτερόλεπτο.

Κατ’ αρχάς λοιπόν, πρέπει να υπάρχει τάξη. Και μπαίνει τάξη μόνο όταν δεν υπάρχουν προβλήματα, όταν υπάρχει ελευθερία – όχι η ελευθερία να κάνεις ότι σ’ αρέσει, γιατί αυτή δεν είναι καθόλου ελευθερία. Το να διαλέγεις ανάμεσα σε μια φιλοσοφία από μια άλλη, ανάμεσα τούτο το βιβλίο και σ’ εκείνο, και λοιπά, αυτό είναι μια άλλη μορφή σύγχυσης. Όπου υπάρχει επιλογή δεν υπάρχει ελευθερία. Όταν έχεις καθαρό μυαλό, τότε δεν υπάρχει επιλογή, αλλά άμεση αντίληψη και σωστή δράση.



… 

Σάββατο 12 Μαρτίου 2016

Το καπέλο ...

Η θάλασσα είναι πολύ γαλήνια και μόλις μπορεί κανείς να διακρίνει τους ελαφρούς κυματισμούς της πάνω στην άσπρη άμμο. Πίσω από τη θάλασσα απλώνονται τα βουνά και τα δένδρα μόλις αγγίζουν το νερό. Ο ουρανός είναι  ολάνοιχτος και γαλανός. Κάθομαι στην παραλία στη σκιά ενός μεγάλου δένδρου ενός ήσυχου καλοκαιρινού πρωινού. Σε λίγο χρόνο η γαλήνη του χώρου περνάει μέσα μου και οι ρυτιδώσεις της σκέψης και του συναισθήματος ακολουθώντας την αρμονία του χώρου υποχωρούν αβίαστα. Είναι τότε που έχεις την αίσθηση ότι γίνεσαι ένα με τα πάντα επειδή δεν υπάρχει ο διαχωριστικός παράγοντας που δημιουργεί η σκέψη και το συναίσθημα. Είναι ο χώρος που κυριαρχεί απόλυτη ομορφιά και τάξη.

Από το χώρο του Είναι βρέθηκα πάλι στο χώρο της διαίρεσης και της σχετικότητας. Είναι μαζεμένοι άνθρωποι απ’ όλη τη γη χωρισμένοι σε ομάδες που τους επιτάσσει η πολιτική και θρησκευτική τους ιδεολογία. Βρίσκονταν άνθρωποι και από τη θρησκεία των άθεων. Για να τονίσουν τη διαφορετικότητα τους φοράνε και τα αντίστοιχα καπέλα. Στο κέντρο κάθε ομάδας δεσπόζει ο ηγέτης (πολιτικός ή θρησκευτικός ταγός) ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Το καπέλο του είναι τόσο ψηλό όσο και η υποκρισία του, τόσο πλατύγυρο όσο και ο φόβος του και τόσο στενό όση και η άγνοια του. Η προσπάθεια του εκάστοτε ηγέτη συγκεντρώνεται στο να μετασχηματίσει τα καπέλα των οπαδών του έτσι ώστε να είναι ομοιόμορφα με το δικό του και έτσι να μπορεί να ελέγχει τη συνείδηση τους και τόσο μειώνει το φόβο του να μη τους χάσει και μαζί με αυτούς την ύπαρξή του.

Οι απεσταλμένοι των ιερατείων μιλούν με πύρινους λόγους προσπαθώντας στο όνομα της αγάπης να βγάλουν ένα μέρος από την κόλαση που έχουν μέσα τους παγιδεύοντας τους πιστούς οπαδούς τους με το φόβο της αιώνιας κόλασης ή της αποτυχημένης επανενσάρκωσης. Οι πολιτικοί και οι θρησκευτικοί ηγέτες …  Και οι δύο ομάδες αφαιρούν ενέργεια από τους πιστούς οπαδούς τους για δικό τους όφελος.   Έτσι φοβισμένοι προσπαθούν να σώσουν άλλους φοβισμένους.

Όταν ανακαλύπτεις ότι ο συγκεκριμένος ηγέτης δεν σε καλύπτει ακολουθείς κάποιον άλλο μετασχηματίζοντας το καπέλο με καινούργιες προκαταλήψεις, δόγματα και πιστεύω. Έτσι ότι καπέλο και αν διαλέξεις σου προσφέρει ψευδή προστασία. Αλλάζοντας καπέλο (δηλαδή τις γνώμες των άλλων) αλλάζω και την παγίδα μου. Αν βγάλω το καπέλο τότε τι έχω να πω; Τα όρια του καπέλου σου φθάνουν μέχρι τα όρια της περιορισμένης σκέψης σου και των προκαταλήψεων σου. Ο χώρος έξω από το καπέλο σου είναι άγνωστος. Προσπαθώντας να απαλλαγείς από το καπέλο σου το μόνο που καταφέρνεις είναι να αλλάζεις τη διαμόρφωσή σου.

Το καπέλο, με την πάροδο των αιώνων έγινε σώμα στο εγώ σου. Σκληρό σαν το σκυρόδεμα. Δεν καταλαβαίνεις την ενσωμάτωση και συνεχίζεις την προσπάθεια να απαλλαγείς από αυτό. Το μόνο που καταφέρνεις είναι να αλλάζεις κάθε φορά την διαμόρφωσή σου. Σαν τον χαμαιλέοντα που αλλάζει χρώματα ανάλογα με το περιβάλλον όμως πάντοτε παραμένει ο ίδιος.

Εάν δεν φοράς κανένα καπέλο, πράγμα σπάνιο για τα ανθρώπινα (!), τίθεσαι στο περιθώριο. Η μάζα δεν σε αποδέχεται, αυτόματα έχεις γίνεις ο ύπουλος εχθρός που πολεμάς το σύστημα. Ποιο σύστημα όμως; Αυτό που κρατά φυλακισμένο μέσω του φόβου τον άνθρωπο αιχμάλωτο;

Από την άλλη απαιτείς ελευθερία, δηλαδή επιζητείς κάτι που δεν γνωρίζεις. Μία λέξη (η ελευθερία) που το μόνο που κάνεις είναι να της προσδίδεις ερμηνείες.             

Ο ειδωλολάτρης ...

Βρίσκομαι στο μέσον μιας λίμνης. Κοιτώντας τα ήρεμα νερά της παρατηρώ χιονισμένες βουνοκορφές, πράσινες πλαγιές, σύννεφα να ταξιδεύουν και ψάρια να κολυμπούν στο γαλάζιο του νερού. Κοιτώντας πιο προσεκτικά στα ακύματα νερά, παρατηρώ και τον εαυτό μου. Η αντανάκλαση της εικόνας μου είναι μαγευτική και μου απορροφά όλη την προσοχή. Σε απροσδιόριστη ώρα μια αναταραχή δημιουργείται, το νερό ταράσσεται και οι εικόνες χάνονται. Τα είδωλα διαλύονται, σταματούν να υπάρχουν. Ή υπάρχουν;

Παρατηρώντας μέσα μου αντιλαμβάνομαι ότι τα είδωλα εξακολουθούν να υπάρχουν. Σηκώνοντας το βλέμμα μου  παρατηρώ το χώρο έξω από τη λίμνη. Παρατηρώ τα βουνά, τα σύννεφα, και το γαλάζιο ουρανό. Τα ψάρια που είναι; Και εγώ που είμαι; Κατάλαβα ότι προσδιορίζομαι μέσω των ειδώλων και αν εξαφανιστούν τα είδωλα ποιος είμαι; Ποιο είναι το ψεύτικο και ποιο το αληθινό;

Τι είναι είδωλο; Είδωλο είναι η εικόνα που σχηματίζει ο εγκέφαλός δια μέσου των  ματιών όταν φωτεινές ακτίνες πέσουν πάνω τους

Τα είδωλα τα διακρίνω σε τρία είδη:

- α) Πραγματικά είδωλα: είναι αυτά που δημιουργούνται την παρούσα στιγμή στον εγκέφαλο

- β) Είδωλα μνήμης. Είναι τα είδωλα που δημιουργήθηκαν στο παρελθόν, διατηρούνται στη μνήμη και ανασύρονται από αυτήν ανάλογα με την επιθυμία της συγκεκριμένης στιγμής. Έχουν τόση δύναμη ανάλογα με την εντύπωση και τη γοητεία που μου δημιούργησαν κατά τον χρόνο της καταγραφής τους. Όταν η προσοχή μου είναι στο παρόν τα είδωλα μνήμης απουσιάζουν. Όταν το παρόν δεν έχει κανένα ενδιαφέρον το συμπληρώνω με τα είδωλα που ανασύρω από το παρελθόν και συνήθως τα προβάλω και στο μέλλον. Και επειδή το μέλλον σαν άγνωστο δεν μου παρέχει καμιά πληροφορία μάλλον τα προβάλω στο παρελθόν κάπως τροποποιημένα.

- γ) Είδωλα που σχηματίζει ο εγκέφαλος ακούγοντάς  περιγραφές  από τρίτους Τα ίδια είδωλα σχηματίζονται και όταν διαβάζω ένα βιβλίο που περιγράφει ένα τοπίο, την ψυχή ή τον Θεό. Υπάρχουν και τα θρησκευτικά είδωλα που σχηματίζει η σκέψη, η οποία, επειδή δεν μπορεί να κατανοήσει αυτές τις έννοιες τις υποβαθμίζει στο δικό της πεδίο φτιάχνοντας ναούς, τζαμιά και παγόδες, που τις στολίζει με αγάλματα  και εικόνες, πιστεύοντας ότι όσο πιο μεγαλοπρεπή είναι όλα αυτά τόσο περισσότερο ευχαριστιέται ο Θεός και τους δίνει την εύνοια του. Και έτσι η σκέψη προσπαθώντας να γνωρίσει το Θεό τον υποβαθμίζει στο δικό της πεδίο σαν είδωλο και τον χρησιμοποιεί κατά το προσωπικό της συμφέρον αναπτύσσοντας εμπορικές σχέσεις με αυτόν (π.χ. εγώ θα είμαι συνεπής πιστός αλλά εσύ θα μου εξασφαλίσεις το αιώνιο μέλλον).

Πως τώρα θα επικοινωνήσει η σκέψη (χρονικός παράγοντας) με το Θεό (άχρονος παράγοντας). Μήπως χτίζοντας μεγαλοπρεπείς ναούς περιτριγυρισμένους από πεινασμένους στους οποίους δεν δίνει κανένας σημασία εκτός από την περίπτωση συναλλαγής με το θεό; Μήπως τάχα δημιουργώντας ομάδες, που η κάθε μία ερμηνεύει με τα δικά της συμφέροντα αυτό που δεν γνωρίζει; 

Η καθημερινότητα είναι γεμάτη από είδωλα για τον άνθρωπο. Στον ναό βρίσκονται οι εικόνες. Τις βλέπει ο θρησκευόμενος και συγκινείται, τις φιλά, στέκεται μπροστά τους με φόβο ακίνητος. Στον δρόμο βρίσκονται οι αφίσες. Κοιτάζει την επίπλαστη ομορφιά ο περαστικός, βλέπει μια ωραία γυναίκα ή έναν ωραίο άνδρα (φτιαγμένους στα εργαστήρια), και θαυμάζει κάτι που δεν υπάρχει. Στην τηλεόραση θαυμάζει τον ηγέτη, εκείνον τον κενό πλην όμως χαρισματικό στον λόγο πολιτικό, που του βιάζει το μυαλό με μαεστρία. Τον ακολουθεί. Στον αθλητισμό, διαλέγει τον δικό του ήρωα (είδωλο), τον παρακολουθεί συνεχώς, συγκινείται με την χαρά του, πέφτει σε θλίψη με την αποτυχία του.

Ανάλογα με τη γοητεία που μου δημιουργούν τα είδωλα, προσπαθώ να τα διατηρήσω περισσότερο ή λιγότερο. Αν μου ασκούν πολύ μεγάλη γοητεία  για μεγάλο χρονικό διάστημα καταλαμβάνομαι από έμμονες ιδέες. Έτσι ο εγκέφαλος είναι γεμάτος με είδωλα τα οποία με κατευθύνουν. Και εγώ επενδύω σε αυτά.

Όλα τα είδη των ειδώλων προβάλλονται στο ίδιο κέντρο του εγκεφάλου και έτσι μου διεγείρουν τα ίδια συναισθήματα άσχετα  από το αν ένα γεγονός έχει συμβεί ή έχω φανταστεί ότι συνέβη.

Όταν είμαι σε καλή διάθεση προβάλω θετικά είδωλα ενώ όταν είμαι σε κακή προβάλω αρνητικά τα οποία προσπαθώ να αποφύγω και να μην τα σκέφτομαι. Άλλες φορές γίνομαι ειδωλολάτρης και άλλες  ειδωλομάχος που είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Όλα τα είδωλα μάχονται μέσα μου διεγείροντας παράλληλα και το αντίστοιχο συναίσθημα. με σκοπό να μου αποσπάσουν την προσοχή  και έτσι να αποκτήσει κάποιο από αυτά κυριαρχία. Κάθε φορά με καλούν να πάρω θέση. Έτσι σε όποιο είδωλο δίνω την προσοχή μου (άρα και την ενέργεια μου) αυτό επικρατεί για όσο χρονικό διάστημα το σκέφτομαι. Όταν αποσύρω την προσοχή μου από αυτό τότε το είδωλο διαλύεται δίνοντας τη θέση του στο επόμενο.

Η σκέψη λειτουργεί μέσω των ειδώλων και της γοητείας που της ασκούν αυτά. Έτσι επενδύω στα είδωλα παρατηρώντας παράλληλα ότι η μάχη μεταξύ τους είναι αέναη. Και ποιος παράγοντας μπορεί να σταματήσει αυτή τη μάχη. Μήπως ένα ισχυρότερο (άρα και ιδανικό) είδωλο κατασκευασμένο από τη σκέψη; Επομένως  η μόνη δυνατότητα της σκέψης είναι να δημιουργεί είδωλα άρα και ο σκεπτόμενος άνθρωπος, σαν μέρος της σκέψης είναι και αυτός εξ ολοκλήρου είδωλο.



Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2015

Der Wartesaal …

Der feuchte Morgen erwischte mich im Park der Stadt. Mein täglicher Spaziergang in ihm schenkt mir lebensspendende Atemzüge, die Lungen füllen sich mit reiner, in diesem gesegneten Garten gefilterten, Luft. Die Ausdauer für den Alltag steigt.

Diesmal, gleich beim Verlassen des Parks, blieb ich kurz vor einem Gebäude stehen, das mir bislang noch nicht aufgefallen war. Es war eine Kugel. Bei einer überschlägigen Berechnung stellte ich fest, dass sie die gleichen Dimensionen besaß wie die Erde, nur in kleinerem Maß. Ich blieb für einen Moment fassungslos stehen, dann lief ich ihm entgegen.

Als ich mich ihm näherte, las ich am Eingangssturz „Warteraum“. Sonst nichts. Ich kam näher heran. Mich reizte die dorische Schrift. Ich stieg auf die oberste Stufe der Treppe und öffnete die Tür. Ich schritt etwas zögerlich hinein, bis ich den dumpfen Schlag hinter mir hörte, die Tür schloss und … verschwand!

Für einen Moment geriet ich in Panik. Dann jedoch erkannte ich im schwachen Licht viele Menschen, die im Kreise saßen. Jeden Alters, Geschlechts und jeder Rasse, da ich Weiße und Schwarze, Asiaten und Indianer erkannte. Mein Blick fing an sich zu drehen, um alle diese Gesichter zu erfassen. Sie waren jedoch unzählig viele. Ich hörte auf.

 «Wo bin ich, und was macht ihr hier?» fragte ich die Anwesenden.

 «Du befindest dich im Saal der Hoffnung und wir üben Geduld. Wenn du es bis hierher schaffst, wirst du eingefangen und du entkommst nie, oder besser gesagt sehr schwer», antwortete ein Älterer.

Was ist die Hoffnung?

Die Hoffnung ist der Abstand zwischen dem Verlangen und dessen Erfüllung. Sie stammt offensichtlich aus dem Denkvorgang. Ihre Zuständigkeit befindet sich immer in der Vergangenheit, ihre Gier jedoch strebt nach der Beherrschung auch der Zukunft. Wie bekannt, ist das Denken eindimensional. Es bewegt sich im Gleichschritt mit der Zeit. Sein Hauptmerkmal ist seine Verweigerung, sich mit dem Erreichten abzufinden. Und da es den Wunsch nicht erfüllen kann, es fantasiert, erwünscht, erwartet, also es hofft. Und die Gegenwart ist natürlich immer abwesend.

Demnach stellt die Hoffnung die Projektion der Vergangenheit in die Zukunft dar.

Die Menschen im Saal der Hoffnung öffneten sich und fingen an zu sprechen:
           
«Ich bin der zweitreichste Mensch in der Welt, aber ich möchte der erste werden»

 «Ich will Macht erlangen, um über die anderen und deren Schicksal zu herrschen»

 «Ich sitze hier und hoffe, wenn ich sterbe, ins Paradies zu kommen»

 «Ich will, dass meine Partei bei der Regierung dabei ist, damit ich Arbeit habe. Ich habe Angst von der Partei auszutreten, ich werde verschwinden, wenn ich aus ihrer Umarmung ausschere. Denn ich hoffe, dass die Politiker mir das irdische Paradies anbieten werden». 

 «Ich glaube an meinem Glauben und übe Geduld bis mir Gottes Worte offenbart werden, während ich gegen Seine Lehre handele. Muß ich noch lange warten?»

 «Ich übe Geduld bis meine Traumfrau zu mir kommt. Ich bin beim Warten alt geworden, sie auch. So hoffe ich auf das nächste Leben, wo wir beide jung sein werden, dass sich die Situation besser entwickelt».

 «Ich bin unbedeutend und ich möchte wichtig werden, so dass mich die naiven bewundern».

 «Ich hoffe auf eine gerechte Welt, aber ich weigere mich, mich von meiner inneren Ungerechtigkeit zu trennen».

 «Ich bin böse und hoffe, künftig ein guter Mensch zu werden, aber ich weiß nicht was mich daran hindert es jetzt zu tun».

Und so setzten die Menschen im kreisrunden Saal fort, ihre Wünsche, ihren Willen zu äußern. Sie lebten und atmeten für all das. Sie hatten die Wirklichkeit total vergessen, in der sie lebten, sie war für sie nicht existent, sie interessierte sie nicht. Ihre gesamte Energie war in die Zukunft gerichtet. Den hinterhältigsten Feind, der ständig lauert, einem alles weg zu schnappen. Und du, eingeschüchtert, sitzt machtlos vor ihm.

Das Denken ist unser Dynast. Es hält uns gefangen. Es hindert uns daran aufzustehen, seine hinterhältigen Fesseln zu durchbrechen. Und es schafft es ausgezeichnet. Wenn man gierig ist und die Zukunft beherrschen will, wird automatisch die Falle der Hoffnung errichtet. Sobald der eine Wunsch in Erfüllung gegangen ist, wird man von der Hoffnung in der Erwartung des nächsten Wunsches eingefangen, und des übernächsten, und so beharrt man ununterbrochen in der Warteschlange…..

Die Gegenwart ist Handeln. Sie ist pure Energie, solange Uneigennützlichkeit herrscht. Das Denken ist gerissen, es intrigiert immer, um seine Interessen durchzusetzen. Und der persönliche Nutzen ist eine Katastrophe für die anderen. Womöglich auch für sich selbst, aber das interessiert nicht.

Als letzter sprach der Elder: «Viele Dinge worauf ich gewartet habe, sind nicht eingetreten. Andere ereigneten sich, die ich nicht erwartet habe. Die Zeit ist eine sonderbare Angelegenheit, manchmal verstreicht sie langsam und manchmal schnell, und immer in diesem Ablauf herrscht Erwartung».

«Du Edler, auf was hoffst Du?»

«Ich hoffe auf einen schmerzfreien Tod. Jetzt, wo ich jedoch darüber nachdenke, die Hoffnung ist ein langsamer Tod, und deswegen stirbt sie zuletzt».

«Und warum soll sie nicht als erste sterben?» fragt ich ihn mit einer Naivität, die meine eigen ist.

Weil, wenn sie als erste stirbt, wird sie dir Mensch deine Freiheit geben. Und du hältst sie nicht aus.

Am Rande des Saals spielte ein Kind sorglos mit seinen Spielsachen. Seine gesamte Energie befand sich in der Gegenwart. Es ignorierte die Hoffnungen und die Ängste der Anderen. War der Saal für das Kind unsichtbar?

Was meint ihr?






Die Bewohner der Welt…

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

L’Intellectuel …

Chez moi, j’ai un bureau classique en noyer, véritable chef d’œuvre de bois sculpté. Autour de moi les bibliothèques couvrent presque la totalité de quatre murs de la grande chambre laissant un espace ou se trouve la cheminée. Devant la cheminée, il y a mon salon. Les bougies allumées donnent une étrange expression aux traits sévères de mon visage que mon hypocrisie adoucit quand je me trouve devant un public.

C’est là que je me suis assis maintenant et ma pensée se tourne vers le passé.

A l’école j’ai toujours voulu me distinguer et que l’attention de mes camarades soit sur moi, c’est pourquoi je créais toujours de problèmes. J’étais arrogant, j’étais excentrique,  souvent je sentais les grandes différences que j’avais avec eux. A la fin, j’arrivais toujours à être le chef. Certains m’appelaient “moulin à paroles”. Je ne le supportais pas (bien que l’acceptant silencieusement) et parce que toujours je voulais impressionner, j’avais comme but de devenir orateur. 

J’ai voulu tout lire. J’ai lu tous les principaux philosophes (anciens et modernes) qui parlent *de liberté, justice, démocratie et des autres vertus qu’un homme doit posséder et parce que je ne pouvais pas les comprendre, je sous-estimais leurs messages et les interprétais à mon avantage et selon mes préjugés.

Ainsi j’ai conquis le pouvoir. Pourtant mon pouvoir repose sur mon ignorance et mon ignorance se trouve dans tous les domaines (scientifique, théologique, sociologique, politique) à laquelle j’ajoute des conclusions arbitraires et des dogmes. J’ai réussi à devenir le communiquant* mondial. J’ai communique* la peur humaine en espoir pour une société idéale (dans ce monde ou dans l’autre)  sans violence alors que moi je continuais à être violent. Mon public qui était plein d’angoisse (de même que moi) essayait de combler le vide par mes théories qui donneraient fin à leurs insécurités et à leurs peurs.

Au fur et à mesure du temps ma vanité grandissait. J’ai réussi à avoir le respect de la société. Quand je me trouvais dans la rue, dans un amphithéâtre, dans un gala, dans une église, dans une assemblée des hommes des arts et des lettres, dans n’importe quel temple de la pensée, ils me regardaient avec admiration et plusieurs fois je les ai entendus murmurer « C’est l’intellectuel ». Je voulais être partout reconnu et qu’on m’admire. J’ai réussi assez facilement en voyant que les gens sur mon passage baissaient la tête et me saluaient avec respect. Je leur donnais la mesure de leur médiocrité.

En attendant la prochaine conférence, je fais mon autocritique. Des gens vont venir partager ma connaissance.

Mon thème préféré de débat est la vie et son sens. En ignorant que la pensée est un sous ensemble de la vie, je luttais en vain pour donner des réponses.  Je me rendais compte que la façon dont ma pensée analyse était faussée à cause de sa restriction. Elle s’appuie sur des points de vue théologiques, philosophiques et scientifiques en créant des erreurs. Sur ses erreurs se bâtit mon pouvoir car avec ma rhétorique je communique mon avis à votre connaissance. Plus mon ignorance est grande et grande l’impression que je veux créer, plus j’utilise des phrases pompeuses, des significations ambiguës et des concepts abstraits, plus le public ne me comprend pas et me prend pour un sage. Mon effort à conserver cette image devant mon public (et en dehors) m’isole. A l’extérieur je suis Dieu, alors qu’intérieurement je me sens une épave. Je suis comme un malheureux dans des perceptions vieilles et sans valeur que ma rhétorique présente comme nouvelles. Il suffit qu’elles représentent mon intérêt (ce que je note silencieusement).

Mais oui, je suis l’intellectuel.  Il est impossible de discuter avec moi parce que je crois que seulement moi j’ai la connaissance, alors que vous avez l’ignorance. Vous, vous avez peur de vivre seuls et car vous êtes incapables de vous tenir sur vos pieds, je vous offre des béquilles. Moi, je suis ici pour vous. Comme un vampire énergique, j’absorbe votre énergie par l’admiration que vous avez pour moi et je vous offre tranquillité grâce à l’hypnose … de mes discours.

Je me demande vraiment, parfois, que feriez-vous sans moi. Qui vous apprendrait la vie ? La vie que vous avez peur de regarder droit dans les yeux,  de  vivre comme elle est (pas comme l’intérêt individuel exige), de savourer chaque moment, de sentir l’aura de joie. La vraie vie qui se trouve en dehors de la limite de la pensée et le conflit qu’elle crée. L'action de l'énergie propre est intelligence (qui est au-dessus de la loi action-réaction (en créant conflit donc détérioration). Elle est toujours présente et située dans l'unité et l'altruisme plutôt que dans la division et l'égoïsme de la pensée… Les forces d'inertie (ou des habitudes sociales) et les préjugés qui s’opposent au progrès et brisent l'ensemble, ne permettent pas la mise en œuvre de nouvelles idées en promouvant l’atermoiement (aujourd'hui, je suis troublé, mais dans un avenir incertain je deviendrai correct  …).

A la fin de la dernière conférence, l'impatience et la libido atteignaient leur apogée. J’attends maintenant l'admiration et les applaudissements de mon public, qui stimulent toujours ma vanité. La conférence était finie mais elle n’était pas suivie d’applaudissements. Tout le monde se tenait debout et silencieux. A ce moment, je regarde leurs yeux glacés et je comprends qu’ils exigeaient de leur retourner toute l'énergie que je leur avais enlevée depuis des années. D’agresseur je suis devenu victime. L'image que j’essayais de conserver depuis tant d’années était détruite. En faisant cette constatation, je me suis effondré sur le siège. Alors les applaudissements ont commencé.



Traductionparl’original
Dominique Guionis et Martha Isaakidi